Ακούω μέσα στο βράδυ, βαθιά μέσα στη σκέψη μου, κάτι παλιές καλές μελωδίες απόψε… Κάτι ήχους από κείνους που θυμίζουν παλιό καλό γλέντι, γνήσιο μεράκι και ώπα! Κάτι ρυθμούς που έρχονται από το παρελθόν, μα έχουν σημαδέψει και το δικό μας το παρόν κι αναμένω να στιγματίσουν και πολλών ακόμα το μέλλον…

Λίγες ώρες νωρίτερα καθώς δούλευα πάνω απ’τα ηλεκτρονικά μου κατάστιχα (με ευγενικά δανεισμένα σύνεργα μια και τα δικά μου παρέδωσαν πνεύμα ή τέλος πάντων πάνε με μανιβέλα τις τελευταίες μέρες…) ένας φίλος καλός και πολυαγαπημένος πάτησε το πλέι κι ο χώρος γέμισε με τις πενιές και τα σεκλέτια της Μαριώς και της παρέας της! Αιφνιδιαστική κι ευχαριστή εισβολή και κάθε άλλο παρά ξένη στ’ αυτί μου, πράγμα που όταν το συνειδητοποίησα, με ξάφνιασε… Όχι γιατί ο σκοπός έβγαλε όντως από μέσα μου ένα κέφι γνήσιο κι αυθεντικά στιγμιαίο, όσο γιατί δεν είχα αντιληφθεί πόσο δεμένος με ωραίες αναμνήσεις είναι αυτός ο ήχος στα δωμάτια του θυμικού μου.

Κάθομαι λοιπόν κι αναπολώ πόσες ωραίες στιγμές, δυνατές, αληθινές κι ανόθευτες τις έζησα ντυμένες με σκοπούς όπως αυτό το αυθεντικό ρεμπέτικο που τραγουδούσε η Μαριώ κι η κομπανία της. Πόσα ωραία βράδια ή ζαλισμένα απ’ το κρασί μεσημέρια δεν τα συνόδευε κάποιος σκοπός από τα ‘Τσίλικα’ της Χαρούλας; Πόσες φορές δεν αγνάντευα το χάραμα τις πρώτες ώρες μετά το σαββατιάτικο ξενύχτι μ’ένα τελευταίο ποτηράκι για καληνύχτα και το ‘Σε πέντε ώρες ξημερώνει Κυριακή’ να παίζει για υπόκρουση; Κι άλλα πόσα ζεστά καλοκαιριάτικα βράδια δεν έχω περάσει σ’εξοχές της ορεινής Χαλκιδικής ή σε τραπέζια ηπειρώτικα που τα δημοτικά μπλέκονταν σ’ένα τρελό γαϊτανάκι με σμυρναίικα, ανάλογα και με τις δυνατότητες της ορχήστρας..;

Κι ύστερα πάλι πέρασαν απ’το νου μου τραπεζώματα φοιτητικά στην Άθωνος και στην Καμάρα ή στα ανεπανάληπτα ρεμπετάδικα στην Άνω Πόλη..! Ειδικά εκείνες οι εικόνες, κάθε φορά που τις φέρνω πάλι στο φως και τις ξαναζωντανεύω, είναι μια ολόκληρη ιστορία ζωής από μόνες τους: σμίγουν μέσα σ’εκείνα τα βράδια οι πρώτες εικόνες από τα φοιτητικά μου χρόνια, οι ατέλειωτες μεταμεσονύχτιες βόλτες για εξερεύνηση στη Θεσσαλονίκη, τα μεθυσμένα κι αρωματισμένα με κόκκινο κρασί φιλιά στο λιμάνι ή λίγο πιο κάτω στη Νέα Παραλία (γιατί, όπως και να το κάνεις, η γυναίκα στη Σαλονίκη ξέρει να γίνεται ‘του λιμανιού’ και να παραμένει ακαταμάχητη!)… Τα πρώτα στην ανάμνησή μου φοιτητικά βράδια, τώρα που το σκέφτομαι, δεν είναι ούτε σε ντίσκο ούτε σε μπουζουκλερί με πρωτοκλασάτα ονόματα, ούτε σε κυριλέ εστιατόρια… Τις ωραιότερες εικόνες τις έντυνε εκείνη την εποχή, στο νέο μου ξεκίνημα, ένας ήχος με μεράκι, με καημό, με τέμπο και αυθόρμητη σπιρτάδα.

Ξέρω πως η εποχή που οι γειτονιές πλημμύριζαν με μουσικές έχει περάσει προ πολλού… Ούτε καν την πρόλαβα όσο ακόμα εξελισσόταν, οι εικόνες που έχω στο νου μου είναι πιο πολύ φτιαγμένες από τις αφηγήσεις της γιαγιάς μαζί με την… καλλιτεχνική επιμέλεια της δικής μου, οργιακής πολλές φορές, φαντασίας. Χαίρομαι όμως κάθε φορά που ακούγεται ένας τέτοιος παλιός αρχοντικός σκοπός κι όλων τα πρόσωπα στην ομήγυρη φωτίζονται από μια γλυκιά ανάμνηση που έχουν συνδυασμένη μ’ετούτο τον ήχο.

Συνέβη τις προάλλες στο αυτοσχέδιο πάρτυ που στήθηκε ξημέρωμα Σαββάτου με κόκκινο μαρτίνι κι επιλογές από Χαρούλα, Αρβανιτάκη, Γαλάνη και Βιτάλη… Συνέβη κι απόψε με το γνήσιο ρεμπέτικο σκοπό της Μαριώς. Και θα συμβαίνει πάντοτε, όσο υπάρχουν άνθρωποι αληθινοί, με καρδιά και αγαπάνε. Γιατί ο πόνος, η χαρά, το ντέρτι κι ο καημός μπορεί να βιώνονται με πολλές μουσικές για υπόκρουση. Καμιά όμως δεν πρόκειται να αντικαταστήσει μετά από δυο-τρία ποτηράκια κρασί το γνήσιο ρε ματζόρε…

Μες στο μινόρε της αυγής σε καληνυχτίζω,

Agent Provocateur 

Advertisements