Στο κλείσιμο μιας Κυριακής που ξεκίνησε κι εξελίχθηκε αμιγώς χειμωνιάτικη στο τέλος του Μάρτη και μετά από μια μεσημεριανή περαντζάδα στην παραλία του Θερμαϊκού που μέσα της χώρεσαν κουβέντες για μουσικές, φίλους, σχέδια, επιλογές, χώρες, πόλεις, ταξίδια και καλοκαίρια, ο νους μου παίζει πάλι μ’ένα ζήτημα διαχρονικό, προσωπικά προσφιλές και σημαντικό αλλά σε μεγάλο βαθμό και ξεκάθαρο: Πόσο εύκολο είναι τελικά να βρεις χρόνο μέσα σε μια λαχανιασμένη καθημερινότητα για να βρεθείς με φίλους και παρέες; Και πόσα… κιλά συγχρονισμού χρειάζονται, τέλος πάντων, για να συμπέσει ο δικός σου ελεύθερος χρόνος με το διάλειμμα του άλλου και να μπορέσετε να τα πείτε ανθρώπινα σα φίλοι, χωρίς δυο ηχεία-μεγαθήρια να υψώνουν decibel ανάμεσά σας** ή άλλους 10 εξίσου διψασμένους για επικοινωνία συνδαιτημόνες να παραβγαίνουν μαζί σου στη διεκδίκηση της προσοχής του άλλου για μερικά πολύτιμα δευτερόλεπτα;

Αρκετά συχνά τα τελευταία χρόνια αναρωτήθηκα, αγανακτισμένος πολλές φορές, αν είναι τόσο άδικο και σκληρό όσο εκ πρώτης όψεως δείχνει, το να μη μπορείς να βρεθείς face2face με ορισμένους ανθρώπους όσο συχνά θα ήθελες λόγω της απόστασης ανάμεσά σας και ποια θα ήταν η λύση στο πρόβλημα αυτό. Για να μην ακουστώ και αφελής βέβαια, όσες φορές κι αν αναζήτησα μια τρίτη απάντηση στο παραπάνω ερώτημα, κατέληγα νομοτελειακά πάντα στις εξής δύο: είτε καταργείς την απόσταση είτε… την κάνεις μ’ελαφρά όποτε βλέπεις να ανακύπτει χιλιομετρικό ζήτημα και έχεις παρέες που διακρίνονται από έναν αφόρητα περιοριστικό τοπικισμό (απ’αυτό το τελευταίο, sorry αλλά δε θα πάρω)!

Από την άλλη, εξίσου πολλές ήταν οι φορές που, κουρασμένος από μια άκαμπτα επαναλαμβανόμενη πραγματικότητα, αναρωτιόμουν (κι αναρωτιέμαι, φυσικά…) τι αξία έχει τελικά να μπορείς να βρεις διαθέσιμους κάποιους δικούς σου ανθρώπους ανά πάσα στιγμή, όταν, οποτεδήποτε κι αν συμβεί αυτό, θ’ αναλωθείτε σε μοτίβα χιλιοπαιγμένα, πνιγμένα σε καπνούς, πάγο και αλκοόλ…

Ο συνοδοιπόρος μου στην παραλιακή περαντζάδα, ξεμαθημένος από πολλά ίδια της ελληνικής νοοτροπίας, απόρησε μεγαλοφώνως πώς, αν κάποτε το ταξίδι του περιλαμβάνει πάλι στάση στην Ελλάδα, θα μπορέσει να αποδεχτεί συνήθειες όπως η συνάντηση για καφέ. Τον καταλαβαίνω απόλυτα γιατί πια κι εμένα η πρόταση αυτή μου ακούγεται τόσο δελεαστική καταρχήν όσο το να πας για bird watching (κόψε φλέβες δηλαδή…). Οφείλω να προσθέσω όμως, για να εκθέσω την πλήρη αντίληψή μου για το ζήτημα της… παρέας και πώς αυτή μπορεί να επιτευχθεί τη σήμερον (πολύβουη, βιαστική, κουραστική μα ακόμα ανθρώπινη) ημέρα ότι:

– η απόσταση δεν έχει καμιά δύναμη αν καταφέρνεις, κάθε φορά που τη γεφυρώνεις και για όσο αυτό διαρκεί, να γεμίζεις τις στιγμές με ουσιαστικές κουβέντες, ειλικρινές ενδιαφέρον για όσα έχει να σου πει ο απέναντί σου κι ένα αυτί πρόθυμο να ακούσει τον άλλο και τους προβληματισμούς του…

– η καθημερινή, αυτονόητη και à la carte επαφή δεν έχει καμιά αξία αν την αφήνεις να ξοδεύεται σε ανούσιες καφεποσίες, προσποιητές διασκεδάσεις και διαλόγους… κοινωνικού ενδιαφέροντος…

– όταν κάνεις πάρτυ, κάνεις πάρτυ! Κι όταν συνδιαλέγεσαι, συνδιαλέγεσαι! Αυτά τα δυο ταυτόχρονα δεν γίνονται, πάρ’το χαμπάρι..!

– κι ένας απλός και γρήγορος καφές μπορεί ν’αποδειχτεί βάλσαμο αν, όση ώρα διαρκεί, βλέπεις απέναντί σου αυτόν με τον οποίο συναντιέσαι κι όχι τη λίστα με τα ψώνια απ’το super market που πρέπει να τρέξεις να κάνεις αμέσως μετά…

Εν αναμονή κι άλλων αφίξεων (αυτής της άνοιξης συμπεριλαμβανομένης…),

Agent Provocateur


* Χρησιδάνειο από τον Νίκο Θέμελη και το εξαιρετικό βιβλίο του.

** Κατά την ταπεινή μου γνώμη, ανθρώπινη επικοινωνία σε περιβάλλον ηχορύπανσης δε νοείται…

Advertisements