Αναδημοσιεύω ίσως το πιο αγαπημένο μου, ως σήμερα, κείμενο απ’όσα φιλοξενούνται σ’αυτό το blog. Έτσι, σαν μια γέφυρα ανάμεσα στο παρελθόν του και το μέλλον του, που φιλοδοξώ να ξεκινήσει να γράφεται από σήμερα…

++++++++++++++++++

Τόπος: Βρυξέλλες, χρόνος: 00.25 π.μ.

Στιγμές σιωπής μέσα στο χειμωνιάτικο ψιλόβροχο… Λίγα μονάχα φώτα αυτό το θαμπό βράδυ του Γενάρη. Ένας συρμός του μετρό και μουσική δυνατή και μελωδική για συντροφιά. Περπατάω στην άκρη της αποβάθρας και κοιτάζω τις γραμμές. Γραμμές που χάνονται στο έρεβος του τούνελ. Ο συρμός σταματάει κι ανεβαίνω. Επιτάχυνση και στάση και μετά ξανά πάλι επιτάχυνση. Σαν από κάτι να προσπαθώ να ξεφύγω κι όμως όλο το μετανιώνω. Αποβίβαση. Ξανά σιωπή μέσα στο ψιλόβροχο. Κι ένα παιχνίδισμα από κόκκινους και πράσινους σηματοδότες, πάντα έκει να σου υποδεικνύει τα πρέπει και τα θέλω, τα σωστά και τα λάθη, τα τωρινά και τα μελλούμενα…

Και κάπου μέσα σ’όλα αυτά και πάνω απ’όλα το πρόσωπό σου. Κι οι νύχτες μου μακριά σου…

Τόπος: Αθήνα, χρόνος: 01.25 π.μ.

Πολύχρωμα φώτα και παραζάλη μάζι με ανεμοδαρμένα κίτρινα φύλλα… Τόσο φωτεινό το Σύνταγμα κι αυτό το βράδυ. Σαν η χρυσόσκονη των γιορτών να ξέμεινε πάνω στα κτίρια και να χορεύει με τον αέρα. Ποτέ δεν αδειάζει η πλατεία ετούτη. Βλέμματα εγκλωβισμένα σε κεφάλια με λογική υποτάσσονται στη διαδρομή που ο νους ορίζει. Ανηφορίζω προς τη Σκουφά κι αναζητώ μια φωνή που ακούω μέσα μου. Χάνομαι στα στενά και αφήνω την ηχώ να με παρασύρει. Λαμπιόνια και φώτα σαν υγρά βλέμματα που σ’αγκαλιάζουν με το κοίταγμά τους. Στους πρόποδες του Λυκαβηττού κορμιά νέα και σφριγηλά τεντώνονται ν’ αγγίξουν τ’αστέρια. Λόγια φεύγουν και χάνονται στον αέρα. Κάποια τρυπώνουν και στις καρδιές και ριζώνουν…

Και κάπου μέσα σ’όλα αυτά και πάνω απ’όλα το πρόσωπό σου. Κι οι νύχτες μου μακριά σου…

Τόπος: Ντόχα, χρόνος: 03.25 π.μ.

Ριπές ανέμου με σκόνη απ’την έρημο. Θολή ατμόσφαιρα κι απόψε κι ας είναι χειμώνας. Πόσο χειμώνας μπορεί να είναι εδώ κάτω άλλωστε; Νιώθω τη ζέστη να φτάνει στο κορμί και να προσπαθεί ν’αγγίξει και την καρδιά μου. Ιδρώνω. Αντιστέκομαι. Γιατί όμως; Μου άρεσε τόσο η δική σου ζεστασιά κάποτε… Κι αυτήν ακριβώς αναζητώ κι απόψε… Νιώθω όμως ανικανοποίητος από κάθε πιθανή λύση που μπόρεσα να σκεφτώ ως τώρα. Ημίμετρα σκονισμένα από το χρυσάφι της ερήμου. Πάθη που καταψύχονται απότομα, άδοξα, στην παγωνιά της μεσανατολίτικης νύχτας.

Και κάπου μέσα σ’όλα αυτά και πάνω απ’όλα το πρόσωπό σου. Κι οι νύχτες μου μακριά σου…

Τόπος: Νέα Υόρκη, χρόνος: 4.25 π.μ.

Τουλάχιστον αυτή η πόλη ποτέ δεν κοιμάται… Μου κάνει πιστή συντροφιά στα βράδια που ψάχνω τη λύση στο αίνιγμά σου. Βγαίνει μαζί μου ραντεβού, με ζαλίζει με τη συγκλονιστική ομορφιά της, μου προσφέρει πανοραμική θέα ως το βάθος του ορίζοντα στα ύψη της. Μ’ αφήνει να δω ως εκεί που φτάνει το μάτι. Μ’αφήνει ν’αναζητήσω ένα σου σημάδι, έναν ήχο, μια εικόνα σου. Μ’αφήνει να ζήσω με την ψευδαίσθηση πως είσαι κάπου ανάμεσα σε όλους αυτούς που μας έχει μπάσει στο θίασό της. Με στέλνει κάθε βράδυ στο ίδιο ραντεβού και κάθε βράδυ με κάνει να πιστέψω πως απόψε θα ρθεις…

Και κάπου μέσα σ’όλα αυτά και πάνω απ’όλα το πρόσωπό σου. Κι οι νύχτες μου μακριά σου…

Τόπος: κάπου στον κόσμο, χρόνος: πάντα

Σε περίμενα κι απόψε. Όπως κάθε βράδυ. Είχα την ίδια γεύση από βατόμουρο στο στόμα… Την ίδια γλυκιά ελπίδα ότι θα ρθεις. Η ώρα περνούσε. Η ελπίδα ξεθώριαζε… Η γεύση έγινε γλυκόπικρη, αλλοιωμένη κι αυτή. Σαν πίστη σε θεό που κλονίζεται… Σαν καλοστημένο σχέδιο που καταρρέει. Σαν πύργος από τραπουλόχαρτα…

Μα κάπου μέσα σ’όλα αυτά και πάνω απ’όλα αυτά φάνηκε το πρόσωπό σου. Και τέλειωσαν οι νύχτες μου μακριά σου…

Θα θυμάμαι τα πάντα από σένα. Ως την επόμενη φορά,

Agent Provocateur

*… με γεύση από μύρτιλο στο στόμα.

Disclaimer: Το κείμενο αυτό γράφτηκε αμέσως μετά την παρακολούθηση της ταινίας ‘Οι νύχτες μου μακριά σου’. Ο γράφων έπαθε την πλάκα του, όπως διαπιστώνετε… Η ένθετη φωτογραφία είναι μία εκ των αφισών της ταινίας.

Advertisements