Απόψε, ανήμερα της εθνικής επετείου (κάτι που προσωπικά προτιμώ να θεωρώ μια απλή συγκυρία και τίποτα περισσότερο) ολοκληρώνεται, όπως φαίνεται, ένας κύκλος σχεδόν 3 μηνών που σημαδεύτηκε:

–          Από την πλέον οδυνηρή οικονομική κρίση των τελευταίων δεκαετιών για την Ελλάδα. Ναι, αυτό ακριβώς ήταν: ‘η πιο δύσκολη περίοδος των τελευταίων δεκαετιών’ και τίποτα περισσότερο! Καμιά εθνική οικονομία δεν γκρεμίστηκε, αν και αυτό παραμένει πάντα ένας κίνδυνος, τουλάχιστον για το ορατό μέλλον. Κανείς δεν έζησε κάτι που δεν έχει επαναληφθεί στην ιστορία του νεοελληνικού κράτους, χωρίς αυτό φυσικά να αποτελεί δικαιολογία ή άφεση αμαρτιών για όσους μέσα από παλινωδίες και κυβερνητικές πρακτικές φατρίας οδήγησαν στο παρόν αδιέξοδο. Αν κανείς οδύρεται για την τρέχουσα κρίση παρουσιάζοντάς την ως κάτι το ασύλληπτο, μάλλον δε γνωρίζει ή επιλέγει να αγνοεί επιδεικτικά το πρόσφατο ιστορικό παρελθόν της χώρας, των τελών του 19ου και αρχών του 20ου αιώνα, επιλέγοντας προφανώς να αποκρύψει το γεγονός ότι από τα συμβάντα εκείνης της περιόδου κανείς δεν διδάχθηκε τίποτα!

–          Από μια πρωτοφανή καμπάνια παραπληροφόρησης και λαϊκισμού, που εξαπέλυσε η μεγάλη πλειοψηφία των μέσων ενημέρωσης της χώρας σχετικά με τα δίκαια αιτήματά μας προς τους Ευρωπαίους εταίρους και τις άδικες αποφάσεις των τελευταίων απέναντι στις διαρκείς εκκλήσεις μας για βοήθεια.

–          Και, τέλος, από ένα σκληρό διπλωματικό παζάρι διαρκείας, το οποίο απόψε ακριβώς έφτασε σε μια φάση πρώτης ολοκλήρωσης και ανέδειξε για μια ακόμα φορά ότι η περίφημη Ευρωπαϊκή οικογένεια, εκτός από νόμους και κανόνες, διέπεται και από ιδιαίτερα λεπτές και διαρκώς μεταβαλλόμενες πολιτικές ισορροπίες που απαιτούν να είσαι διαρκώς παρών αν επιθυμείς να λειτουργούν υπέρ σου.

Το πρώτο από τα τρία παραπάνω σημεία αποτελεί ξεκάθαρα μια πολιτική παρατήρηση, πέρα από τους σκοπούς αυτής της σύντομης παρέμβασης και νομίζω δε χρήζει επιπλέον σχολιασμού. Ο καθένας ας βγάλει τα συμπεράσματά του…

Το ενδιαφέρον μας θα επικεντρωθεί ιδιαίτερα στο δεύτερο σημείο για το οποίο θα επιχειρήσω να αποδείξω το πόσο εξωφρενικός και ακραία λαϊκίστικος ήταν ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάστηκε στην κοινή γνώμη, βασισμένος απλώς σε διατάξεις της συνθήκης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, χωρίς να μπω καν σε ειδικότερες παρατηρήσεις βασισμένες στους κανόνες λειτουργίας της ζώνης του Ευρώ. Στο σημείο αυτό επιτρέψτε μου να τονίσω ότι οι διατάξεις στις οποίες θα γίνει αναφορά παρακάτω αποτελούν μέρος των συνθηκών που διέπουν τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Κοινότητας στην οποία η Ελλάδα ως ανεξάρτητο κράτος αιτήθηκε αυτοβούλως και υπέγραψε την προσχώρησή της το 1979, κίνηση από την οποία, όπως από την πρώτη στιγμή (θα έπρεπε να) ήταν γνωστό απέρρεαν για τη χώρα δικαιώματα αλλά και αντίστοιχες πολύ συγκεκριμένες υποχρεώσεις! Έτσι λοιπόν, σύμφωνα με το άρθρο 99 της Συνθήκης της ΕΚ:

Όταν διαπιστώνεται (…) ότι η οικονομική πολιτική ενός κράτους μέλους αντιβαίνει προς τους γενικούς προσανατολισμούς της (Ένωσης) ή ότι ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο την καλή λειτουργία της οικονομικής και νομισματικής ένωσης, το (Ευρωπαϊκό) Συμβούλιο (…) μπορεί να απευθύνει τις αναγκαίες συστάσεις προς το οικείο κράτος μέλος. Το Συμβούλιο (…) μπορεί να θεσπίζει λεπτομερείς κανόνες για τη διαδικασία πολυμερούς εποπτείας…

Από τα παραπάνω προκύπτει, χωρίς περιθώρια για αμφιβολίες ή προβλήματα ερμηνείας, ότι η συμμετοχή της χώρας στην ΕΚ δεν είναι μια κατάσταση υιοθεσίας ή προνομιακού νταντέματος το οποίο μπορούμε να επικαλούμαστε όταν το επιθυμούμε, με τους όρους που επιθυμούμε και με διαδικασίες τέτοιες που δεν θα θίγουν το, ομολογουμένως, υπερευαίσθητο εθνικό μας φρόνημα. Αντιθέτως, η συμμετοχή της Ελλάδας στις διαδικασίες της ΕΚ και μάλιστα ως μέλος της ομάδας χωρών της προωθημένης ενοποίησης με τη συμμετοχή της από την πρώτη μέρα στη ζώνη του ευρώ, είναι μια πραγματικότητα που σκοπό έχει για τα μέλη της τη δημοσιονομική σταθερότητα, την ισορροπία των οικονομικών μεγεθών τους και την τήρηση ενός συνόλου κανόνων δημοσιονομικής σταθερότητας τα οποία, αν και αποτέλεσαν αντικείμενο πολιτικής συμφωνίας και η τήρηση και ερμηνεία τους γίνεται κατά περίπτωση επηρεασμένη από πολιτικές και άλλες συγκυρίες, εντούτοις θέτουν ένα πλαίσιο αρχών, όταν υπάρξει μεγάλος εκτροχιασμός απ’ το οποίο, η ελεγκτική παρέμβαση της Επιτροπής έρχεται όχι σαν δύναμη καταπάτησης της εθνικής κυριαρχίας μιας χώρας αλλά ως προσυμφωνημένος και προβλεπόμενος μηχανισμός, το ενδεχόμενο ενεργοποίησης του οποίου η χώρα αποδέχτηκε πλήρως με την ένταξή της στην Ένωση. Οι πρόχειρες αναγνώσεις λοιπόν της παρέμβασης της Επιτροπής στα δημοσιονομικά μας το τελευταίο διάστημα ως ενδείξεις απώλειας της εθνικής μας κυριαρχίας, μόνο ως άκρατος λαϊκισμός μπορούν να ερμηνευτούν. Και είναι ακόμα πιο εξοργιστική η όλη προσπάθεια παραπληροφόρησης της κοινής γνώμης αν αναλογιστεί κανείς ότι εξαπολύθηκε όχι μόνο από πολιτικά κέντρα (που, εν πάση περιπτώσει λειτουργούν με τους δικούς τους κανόνες και εξυπηρετούν συγκεκριμένες σκοπιμότητες) αλλά και από μεγάλη μερίδα δημοσιογράφων, πολλοί από τους οποίους διαθέτουν αρκετές νομικές γνώσεις για μην τους επιτρέπεται να συμπεριφέρονται σα να μη γνωρίζουν όσα απλά θίξαμε παραπάνω…

Το τρίτο, τέλος, από τα χαρακτηριστικά της τρέχουσας περιόδου που έφτασε σε μια κορύφωση απόψε (η οποία μένει να αποδειχτεί κατά πόσο θα αποτελέσει και μια κάθαρση για την ελληνική οικονομία) θεωρώ πως αντικατοπτρίζεται καλύτερα σε μια προσεκτική ανάγνωση του α. 100 παρ. 2 της συνθήκης της ΕΚ:

Όταν ένα κράτος μέλος αντιμετωπίζει δυσκολίες ή διατρέχει μεγάλο κίνδυνο να αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες, οφειλόμενες σε (…) έκτακτες περιστάσεις που εκφεύγουν από τον έλεγχό του, το Συμβούλιο, προτάσει της Επιτροπής, μπορεί να αποφασίσει με ειδική πλειοψηφία να του χορηγήσει, υπό ορισμένους όρους, κοινοτική χρηματοδοτική ενίσχυση…

Η διάταξη αυτή από την ίδια τη διατύπωσή της και μόνο αποτελεί ένα ξεκάθαρο παράδειγμα ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση, πέραν μιας νομοθετημένης διακυβερνητικής δομής συνεργασίας, είναι και πάντα θα παραμένει ένας πολιτικός στίβος και η ωφέλεια ή η ζημία κάθε χώρας από τη συμμετοχή της σε αυτήν είναι ζήτημα πολιτικών ισορροπιών και ζυμώσεων, οι οποίες, αφενός δεν παύουν ποτέ, αφετέρου εντείνονται ακόμα περισσότερο και απαιτούν διαρκή παρουσία στο διπλωματικό παζάρι όταν τα πράγματα φτάνουν σε κομβικό σημείο, όπως συνέβη τελευταία για την Ελλάδα. Η ίδια η διάταξη αφήνει να γεννηθούν μια σειρά από ζητήματα ερμηνείας, το κλειδί για τα οποία δεν είναι τόσο οι κανόνες της νομικής επιστήμης όσο οι κατά καιρούς κυρίαρχες πολιτικές ισορροπίες μεταξύ των χωρών-μελών της Ένωσης: Ποιες είναι οι ‘σοβαρές δυσκολίες’ που μπορεί να δικαιολογούν την παροχή οικονομικής βοήθειας; Ποιοι είναι οι ‘ορισμένοι όροι’ που δικαιούται να επιβάλλει η Επιτροπή και να συνοδεύουν την παροχή της βοήθειας αυτής; Σε τι συνίσταται η ‘κοινοτική χρηματοδοτική ενίσχυση’ που θα λαμβάνει ένα κράτος-μέλος σε τέτοιες έκτακτες συγκυρίες; Όλα αυτά είναι ερωτήματα που, διαχρονικά, στα πλαίσια της Ένωσης, απαντώνται με πολιτικά και όχι μόνο με νομικά κριτήρια…

Αν λοιπόν η περίοδος αυτή, που απόψε φτάνει σε μια καμπή, έχει να μας διδάξει κάποια απλά πράγματα, αυτά νομίζω πως είναι:

–          Ότι κάθε φορά που ‘καταφέρνουμε’ να φτάσουμε σε ένα τέλμα όπως το σημερινό, δεν μπορεί να έχουμε μόνο αξιώσεις για διάσωση αλλά και υποχρεώσεις για συμμόρφωση!

–          Ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι ο μπαμπούλας που έρχεται να επιβουλευτεί την εθνική μας ανεξαρτησία αλλά μια νομοθετημένη πραγματικότητα που ταυτόχρονα διέπεται από έντονες πολιτικές ισορροπίες.

–          Ότι ακριβώς οι ισορροπίες αυτές απαιτούν διαρκή παρουσία στο διπλωματικό πεδίο και όχι τακτικές στρουθοκαμηλισμού, που σε μεγάλο βαθμό ευθύνονται για το τέλμα στο οποίο φτάσαμε.

–          Ότι κρίσεις όπως η σημερινή κάποτε πρέπει όχι απλώς να μας ταρακουνούν αλλά και να μας διδάσκουν. Κι ένα πολύ καλό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση θα είναι, αν καθένας μας ενημερωθεί στοιχειωδώς όχι μόνο για τα δικαιώματα αλλά και για τις υποχρεώσεις αυτής της χώρας κι, επιπλέον, αν τα μέσα ενημέρωσης αποφασίσουν να διαδραματίσουν έναν πιο ουσιαστικό ρόλο δεχόμενοι ότι απευθύνονται σε σκεπτόμενους πολίτες και όχι σε μια άβουλη μάζα ή σε κομματικά ακροατήρια…

Πρώτη δημοσίευση στις 26/3/2010: www.theinsider.gr

Advertisements