30 χρόνια σε 24 ώρες… Thursday, May 20 2010 

Σχεδόν 24 ώρες πριν, το απόγευμα της Τετάρτης, 5 Μαΐου, καθόμουν στον ίδιο καναπέ όπου γράφω και τώρα αυτές τις γραμμές… Βρισκόμουν στα μισά μιας πολύ παράξενης στην αίσθησή της μέρας. Χωρίς μέχρι εκείνη τη στιγμή να έχει συμβεί κάτι δραματικό, ένιωθα έναν περίεργο κόμπο στο λαιμό. Και είμαι άνθρωπος που κάθε άλλο παρά έχει ιδιαίτερα αναπτυγμένη διαίσθηση… Λίγα λεπτά μετά, μια ειδοποίηση για έκτακτη επικαιρότητα από την εφημερίδα Le Monde στο κινητό μου θα ήταν η πρώτη εξήγηση γι’ αυτόν τον επίμονο κόμπο στο στομάχι…

Τετάρτη, 5 Μαΐου 2010, 8:30 π.μ.

Ξύπνησα μια ώρα πιο αργά από το σύνηθες για καθημερινή. Η 24ωρη απεργία που περιλάμβανε και τα μέσα μαζικής μεταφοράς ήταν μια καλή δικαιολογία για λίγο ύπνο παραπάνω στα μισά μιας έτσι κι αλλιώς κουραστικής εβδομάδας. Συνήθως το πρωί ξεκινάω (προσπαθώ τουλάχιστον…) με κέφια τη μέρα. Λίγη μουσική, λίγο παιχνίδισμα με τις γραβάτες μέχρι να διαλέξω τη ‘στολή της ημέρας’, πράγματα ελαφρά, εν πολλοίς επιφανειακά αλλά πάντα με μια κεφάτη διάθεση. Όχι σήμερα… Αυτό ήταν ένα από τα ελάχιστα πρωινά μέχρι σήμερα στη ζωή μου που ξύπνησα μουδιασμένος, ανήσυχος, σχεδόν θλιμμένος. Χωρίς κάτι συγκεκριμένο να με απασχολεί ή κάποιο φόβο να με ταράζει.

Τετάρτη, 5 Μαΐου 2010, 12:00 π.μ.

Η μέρα προχωράει με μια πρωτοφανή ηρεμία στη δουλειά. Ασυνήθιστη για τα δεδομένα του χώρου στον οποίο εργάζομαι. Σκέφτομαι ότι η αποχή που είχε κηρύξει και το δικό μας συνδικαλιστικό όργανο, των δικηγόρων, ήταν η προφανής κι επικρατέστερη εξήγηση γι’ αυτή την ακινησία. Ήξερα πως ήταν προγραμματισμένες πορείες και συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας κι αυτό ίσως αποθάρρυνε ακόμα περισσότερους που σκόπευαν να κατέβουν στο κέντρο της πόλης για κάποιες δουλειές. Απ’ την άλλη, με είχε ξενίσει ότι το πρωί πολλά καταστήματα ήταν και παρέμειναν κλειστά στο κέντρο της πόλης, σε μια, κατά τ’ άλλα, εργάσιμη ημέρα… Η εικόνα της πόλης μού θύμισε το Δεκέμβρη του 2008, τότε που για πρώτη φορά είδα την πόλη μου να έχει μετατραπεί σε πεδίο μάχης. Έδιωχνα, όσο μπορούσα, τους παραλληλισμούς αυτούς απ’ το μυαλό μου. Δε μπόρεσα όμως στιγμή να τους διαγράψω παντελώς.

Τετάρτη, 5 Μαΐου 2010, 16:00 μ.μ.

Έχω γυρίσει για λίγες ώρες το μεσημέρι στο σπίτι και χαζεύω στο laptop. Προσπαθώ να διαβάσω βασικά πράγματα για την επικαιρότητα της μέρας. Απευθύνομαι σε ξένα μέσα καθώς όλες οι ελληνικές ιστοσελίδες έχουν μείνει στις εξελίξεις πριν την έναρξη της περιβόητης απεργίας. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή ένας καλός φίλος από τα χρόνια του Βελγίου (στο οποίο έζησα σχεδόν 3 συναρπαστικά και πολύ διδακτικά για μένα χρόνια) μου στέλνει ένα mail με θέσεις εργασίας στις Βρυξέλλες και την προτροπή: ‘μήπως είναι καιρός να γυρίσεις; Να γλιτώσεις κι απ’ όλα αυτά τα ακραία που βλέπω να γίνονται στη χώρα σου..;’

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή έρχεται η ειδοποίηση για τα 3 θύματα στην Αθήνα. Όχι από την ελληνική τηλεόραση ή κάποιο ελληνικό μέσο. Από τη γαλλική Le Monde! Η Ελλάδα ακόμα είχε στους δέκτες της κωμικές σειρές στη 1000η τους επανάληψη, το ‘Κους-Κους’ σε κονσέρβα κι άλλα τέτοια απεργιακά… Αρκετή ώρα μετά, κι αφού είχα μάθει όλες τις ουσιαστικές λεπτομέρειες από ξένα δορυφορικά κανάλια και sites, άρχισε ο τραγέλαφος της ελληνικής τηλεόρασης, που, αφού ξύπνησε απότομα από το λήθαργο της απεργίας τη μέρα που η χώρα βίωνε μια από τις πιο μαύρες σελίδες της σύγχρονης ιστορίας της, αναφερόταν συνοπτικά στα συμβάντα και βιαζόταν να περάσει σε μοιρολόγια, απόδοση ευθυνών, λογύδρια πολιτικών κι άλλα εμετικά. Έφυγα από το σπίτι, περίπου στις 18:15 για να επιστρέψω στο γραφείο, στο κέντρο. Η πρώτη εικόνα κατεβαίνοντας από το λεωφορείο ήταν ένα δακρυγόνο να σκάει στα 10 μέτρα από το σημείο που βρισκόμουν. Κι εγώ να κλαίω… Εξαιτίας του καπνού. Αλλά ίσως και γιατί το είχα ανάγκη…

Τετάρτη, 5 Μαΐου 2010, 19:00 μ.μ.

Όταν όλος ο κόσμος είχε στραμμένα τα μάτια τους σε μας, ένιωθα πολύ αγανακτισμένος με όλους μας που μεταφέραμε πληροφορίες και σχόλια για όσα συνέβαιναν μέσω twitter σε άπταιστα ελληνικά και μόνο… Σαν αρρωστημένη ομφαλοσκόπηση, σα μηρυκασμός μου φάνηκε να διαβάζω όσα γράφαμε οι Έλληνες χρήστες χτες στα social media! Γι’ αυτό τα είχα παρατήσει όλα, twitter, Facebook και προσπαθούσα να δουλέψω. Στο μυαλό μου βέβαια κυριαρχούσαν οι φρικτές εικόνες της τράπεζας και των νεκρών στην Αθήνα. Μακρινές αλλά τόσο δυνατές, σα να διαδραματίζονταν δίπλα μου…

Και τότε, σε ένα μηχανικό refresh στα προσωπικά μηνύματα του twitter είδα μια πρόσκληση από ένα δημοσιογράφο καναδικού τηλεοπτικού δικτύου να του παραχωρήσω μια συνέντευξη για όσα διαδραματίστηκαν πριν λίγες ώρες στη Σταδίου… Απάντησα καταφατικά με αρκετό δισταγμό, συμβουλεύτηκα και μια καλή φίλη και παλιά δημοσιογραφική καραβάνα για το αν και τι έπρεπε να δώσω από προσωπικές πληροφορίες για να αποφύγω άσκοπα παρατράγουδα. Περίπου μισή ώρα μετά, μιλούσα με τον άνθρωπο αυτό στο τηλέφωνο, μου ζητούσε να του δώσω την άποψή μου σε ζωντανή συνέντευξη στο δελτίο του καναλιού του και μου είπε δύο πράγματα που ήταν ίσως από τις πιο εύστοχες παρατηρήσεις που έχω ακούσει για μας τους Νεοέλληνες: «…ζοριστήκαμε πολύ να βρούμε Έλληνες πολίτες να μας μιλήσουν… Είναι φοβερό αλλά οι 9 στους 10 από σας, ενώ χρησιμοποιείτε social media, το κάνετε αποκλειστικά στα ελληνικά, σα να έχετε μυστικά που εμείς οι ξένοι δε θέλετε να μάθουμε. Κι ακόμα, άλλους 2 χρήστες του twitter που πήγαμε να πλησιάσουμε για να μας μιλήσουν, όταν τους εξηγήσαμε τι θέλαμε, μας ανταπέδωσαν φωνές και βρισιές επειδή θέλαμε δήθεν να αμαυρώσουμε την εικόνα της χώρας σας, ενώ μοναδικός σκοπός δικός μας ήταν να καταγράψουμε την επικαιρότητα και μαζί, τις γνώμες ανθρώπων που ζουν την όλη κατάσταση από κοντά…»

Δε μπορώ να πω πως σοκαρίστηκα με τις παρατηρήσεις του. Συμφώνησα να μιλήσω στο δελτίο, ήταν εξάλλου τόσο ευγενής στην προσέγγισή του που δεν είχα λόγο να αρνηθώ, κι έφυγα από το γραφείο ανανεώνοντας το ραντεβού μαζί του για μία ώρα μετά περίπου, αυτή τη φορά από το σπίτι μου μέσω Skype.

Στη διαδρομή με το λεωφορείο έλαβα το ακόλουθο e-mail:

‘My apologies Xenofon, but I just noticed you’re in Macedonia. At this point, we’re looking to talk to people in Greece who will be affected by the IMF measures. Sorry about the confusion. But thanks for your help all the same.’

Εξήγησα με μια σύντομη απάντηση ότι έκανε λάθος κι ότι όντως ζω στην Ελλάδα. Φυσικά δεν ήταν απαραίτητο να γίνει η συνέντευξη αλλά δεν ήθελα να μείνει και με τη λάθος εντύπωση ότι τόση ώρα προσπαθούσα να εξασφαλίσω μια συνέντευξη χωρίς να βρίσκομαι στη χώρα από την οποία τον ενδιέφερε να έχει απόψεις των κατοίκων… Κυρίως για να μη θεωρήσει ότι προσπάθησα να τον εξαπατήσω. Το σοβινιστικό της όλης εξέλιξης ποσώς με απασχολεί, αν με ρωτάς… Η απάντηση ήταν το άλλο δυνατό καμπανάκι της χθεσινής μέρας

‘Έκανα μια μικρή έρευνα και οφείλω να ζητήσω συγνώμη. Ζεις όντως στην Ελλάδα και θα μ’ ενδιέφερε, αφού σου ζητήσω συγνώμη και πάλι, να κάνουμε κανονικά τη συνέντευξη… Έπεσα κι εγώ θύμα μιας από αυτές τις λανθασμένες φήμες που έχετε αφήσει να κυκλοφορούν και να διογκώνονται ανεξέλεγκτα χρόνια τώρα για τη χώρα σας!’

Πέμπτη, 6 Μαΐου 2010, 3:00 π.μ.

Η συνέντευξη στο καναδέζικο δίκτυο έχει τελειώσει εδώ και λίγη ώρα κι εγώ είμαι στο κρεβάτι μου, σχεδόν κοιμάμαι και για πρώτη φορά έχω την ευκαιρία ν’ αναλογιστώ όσα συνέβησαν μέσα στη μέρα που πέρασε. Είμαι πολύ βολεμένος γενικά για να δηλώσω επαναστάτης ή ο,τιδήποτε τέτοιο, με την παραδοσιακή έννοια του όρου τουλάχιστον. Κι όμως, μέσα σε λιγότερες από 24 ώρες είχα δεχτεί δακρυγόνα, είχα νιώσει σα να βρίσκομαι στη μέση μιας εμπόλεμης κατάστασης, είχα αντιμετωπιστεί ως ‘αυτός που βιώνει με τον πλέον δραματικό τρόπο τα γεγονότα ως πολίτης μιας χώρας στο χείλος της αβύσσου’ και, παρ’ όλα αυτά μου είχε δοθεί ένα βήμα για να πω την άποψή μου. Ψύχραιμα και με αξιοπρέπεια. Με τη διαφορά ότι το βήμα αυτό μου το έδωσαν κάποιοι άνθρωποι στην άλλη άκρη του κόσμου, στον Καναδά, κι όχι οι συμπολίτες μου. Αυτοί διάλεξαν να δώσουν βήμα για άλλη μια μέρα στο ‘Ράδιο Αρβύλα’, στις δηλώσεις πολιτικών και πολιτικάντηδων, σε όσους εν πάση περιπτώσει ήταν διατεθειμένοι να αναμασήσουν τα ίδια και τα ίδια.

Είναι Πέμπτη απόγευμα και καθώς κλείνω το κείμενο αυτό, ακούω για τη διαγραφή της Ντόρας Μπακογιάννη από το κόμμα της επειδή ψήφισε το νομοσχέδιο των έκτακτων μέτρων διαφορετικά από την κομματική της γραμμή… Θα με χαροποιούσε ακόμα περισσότερο, αν πίστευα ότι η διαφοροποίηση αυτή ήταν εντελώς αυθόρμητη κι όχι συνυφασμένη με γενικότερους πολιτικούς σχεδιασμούς που φημολογούνται τις τελευταίες μέρες. Όπως και να ‘χει, είναι κι αυτό ένα δείγμα της τύχης που έχεις τελευταία (ή μήπως παραδοσιακά;) σ’αυτή τη χώρα κάθε φορά που θα τολμήσεις να δεις τα πράγματα διαφορετικά από την πλειοψηφία… Μήπως να ξανασκεφτώ εκείνη την προτροπή του φίλου απ’ τις Βρυξέλλες;

Οι νύχτες μου μακριά σου…* Thursday, May 20 2010 

Αναδημοσιεύω ίσως το πιο αγαπημένο μου, ως σήμερα, κείμενο απ’όσα φιλοξενούνται σ’αυτό το blog. Έτσι, σαν μια γέφυρα ανάμεσα στο παρελθόν του και το μέλλον του, που φιλοδοξώ να ξεκινήσει να γράφεται από σήμερα…

++++++++++++++++++

Τόπος: Βρυξέλλες, χρόνος: 00.25 π.μ.

Στιγμές σιωπής μέσα στο χειμωνιάτικο ψιλόβροχο… Λίγα μονάχα φώτα αυτό το θαμπό βράδυ του Γενάρη. Ένας συρμός του μετρό και μουσική δυνατή και μελωδική για συντροφιά. Περπατάω στην άκρη της αποβάθρας και κοιτάζω τις γραμμές. Γραμμές που χάνονται στο έρεβος του τούνελ. Ο συρμός σταματάει κι ανεβαίνω. Επιτάχυνση και στάση και μετά ξανά πάλι επιτάχυνση. Σαν από κάτι να προσπαθώ να ξεφύγω κι όμως όλο το μετανιώνω. Αποβίβαση. Ξανά σιωπή μέσα στο ψιλόβροχο. Κι ένα παιχνίδισμα από κόκκινους και πράσινους σηματοδότες, πάντα έκει να σου υποδεικνύει τα πρέπει και τα θέλω, τα σωστά και τα λάθη, τα τωρινά και τα μελλούμενα…

Και κάπου μέσα σ’όλα αυτά και πάνω απ’όλα το πρόσωπό σου. Κι οι νύχτες μου μακριά σου…

Τόπος: Αθήνα, χρόνος: 01.25 π.μ.

Πολύχρωμα φώτα και παραζάλη μάζι με ανεμοδαρμένα κίτρινα φύλλα… Τόσο φωτεινό το Σύνταγμα κι αυτό το βράδυ. Σαν η χρυσόσκονη των γιορτών να ξέμεινε πάνω στα κτίρια και να χορεύει με τον αέρα. Ποτέ δεν αδειάζει η πλατεία ετούτη. Βλέμματα εγκλωβισμένα σε κεφάλια με λογική υποτάσσονται στη διαδρομή που ο νους ορίζει. Ανηφορίζω προς τη Σκουφά κι αναζητώ μια φωνή που ακούω μέσα μου. Χάνομαι στα στενά και αφήνω την ηχώ να με παρασύρει. Λαμπιόνια και φώτα σαν υγρά βλέμματα που σ’αγκαλιάζουν με το κοίταγμά τους. Στους πρόποδες του Λυκαβηττού κορμιά νέα και σφριγηλά τεντώνονται ν’ αγγίξουν τ’αστέρια. Λόγια φεύγουν και χάνονται στον αέρα. Κάποια τρυπώνουν και στις καρδιές και ριζώνουν…

Και κάπου μέσα σ’όλα αυτά και πάνω απ’όλα το πρόσωπό σου. Κι οι νύχτες μου μακριά σου…

Τόπος: Ντόχα, χρόνος: 03.25 π.μ.

Ριπές ανέμου με σκόνη απ’την έρημο. Θολή ατμόσφαιρα κι απόψε κι ας είναι χειμώνας. Πόσο χειμώνας μπορεί να είναι εδώ κάτω άλλωστε; Νιώθω τη ζέστη να φτάνει στο κορμί και να προσπαθεί ν’αγγίξει και την καρδιά μου. Ιδρώνω. Αντιστέκομαι. Γιατί όμως; Μου άρεσε τόσο η δική σου ζεστασιά κάποτε… Κι αυτήν ακριβώς αναζητώ κι απόψε… Νιώθω όμως ανικανοποίητος από κάθε πιθανή λύση που μπόρεσα να σκεφτώ ως τώρα. Ημίμετρα σκονισμένα από το χρυσάφι της ερήμου. Πάθη που καταψύχονται απότομα, άδοξα, στην παγωνιά της μεσανατολίτικης νύχτας.

Και κάπου μέσα σ’όλα αυτά και πάνω απ’όλα το πρόσωπό σου. Κι οι νύχτες μου μακριά σου…

Τόπος: Νέα Υόρκη, χρόνος: 4.25 π.μ.

Τουλάχιστον αυτή η πόλη ποτέ δεν κοιμάται… Μου κάνει πιστή συντροφιά στα βράδια που ψάχνω τη λύση στο αίνιγμά σου. Βγαίνει μαζί μου ραντεβού, με ζαλίζει με τη συγκλονιστική ομορφιά της, μου προσφέρει πανοραμική θέα ως το βάθος του ορίζοντα στα ύψη της. Μ’ αφήνει να δω ως εκεί που φτάνει το μάτι. Μ’αφήνει ν’αναζητήσω ένα σου σημάδι, έναν ήχο, μια εικόνα σου. Μ’αφήνει να ζήσω με την ψευδαίσθηση πως είσαι κάπου ανάμεσα σε όλους αυτούς που μας έχει μπάσει στο θίασό της. Με στέλνει κάθε βράδυ στο ίδιο ραντεβού και κάθε βράδυ με κάνει να πιστέψω πως απόψε θα ρθεις…

Και κάπου μέσα σ’όλα αυτά και πάνω απ’όλα το πρόσωπό σου. Κι οι νύχτες μου μακριά σου…

Τόπος: κάπου στον κόσμο, χρόνος: πάντα

Σε περίμενα κι απόψε. Όπως κάθε βράδυ. Είχα την ίδια γεύση από βατόμουρο στο στόμα… Την ίδια γλυκιά ελπίδα ότι θα ρθεις. Η ώρα περνούσε. Η ελπίδα ξεθώριαζε… Η γεύση έγινε γλυκόπικρη, αλλοιωμένη κι αυτή. Σαν πίστη σε θεό που κλονίζεται… Σαν καλοστημένο σχέδιο που καταρρέει. Σαν πύργος από τραπουλόχαρτα…

Μα κάπου μέσα σ’όλα αυτά και πάνω απ’όλα αυτά φάνηκε το πρόσωπό σου. Και τέλειωσαν οι νύχτες μου μακριά σου…

Θα θυμάμαι τα πάντα από σένα. Ως την επόμενη φορά,

Agent Provocateur

*… με γεύση από μύρτιλο στο στόμα.

Disclaimer: Το κείμενο αυτό γράφτηκε αμέσως μετά την παρακολούθηση της ταινίας ‘Οι νύχτες μου μακριά σου’. Ο γράφων έπαθε την πλάκα του, όπως διαπιστώνετε… Η ένθετη φωτογραφία είναι μία εκ των αφισών της ταινίας.

Για μια συντροφιά ανάμεσά μας* Sunday, Mar 22 2009 

Στο κλείσιμο μιας Κυριακής που ξεκίνησε κι εξελίχθηκε αμιγώς χειμωνιάτικη στο τέλος του Μάρτη και μετά από μια μεσημεριανή περαντζάδα στην παραλία του Θερμαϊκού που μέσα της χώρεσαν κουβέντες για μουσικές, φίλους, σχέδια, επιλογές, χώρες, πόλεις, ταξίδια και καλοκαίρια, ο νους μου παίζει πάλι μ’ένα ζήτημα διαχρονικό, προσωπικά προσφιλές και σημαντικό αλλά σε μεγάλο βαθμό και ξεκάθαρο: Πόσο εύκολο είναι τελικά να βρεις χρόνο μέσα σε μια λαχανιασμένη καθημερινότητα για να βρεθείς με φίλους και παρέες; Και πόσα… κιλά συγχρονισμού χρειάζονται, τέλος πάντων, για να συμπέσει ο δικός σου ελεύθερος χρόνος με το διάλειμμα του άλλου και να μπορέσετε να τα πείτε ανθρώπινα σα φίλοι, χωρίς δυο ηχεία-μεγαθήρια να υψώνουν decibel ανάμεσά σας** ή άλλους 10 εξίσου διψασμένους για επικοινωνία συνδαιτημόνες να παραβγαίνουν μαζί σου στη διεκδίκηση της προσοχής του άλλου για μερικά πολύτιμα δευτερόλεπτα;

Αρκετά συχνά τα τελευταία χρόνια αναρωτήθηκα, αγανακτισμένος πολλές φορές, αν είναι τόσο άδικο και σκληρό όσο εκ πρώτης όψεως δείχνει, το να μη μπορείς να βρεθείς face2face με ορισμένους ανθρώπους όσο συχνά θα ήθελες λόγω της απόστασης ανάμεσά σας και ποια θα ήταν η λύση στο πρόβλημα αυτό. Για να μην ακουστώ και αφελής βέβαια, όσες φορές κι αν αναζήτησα μια τρίτη απάντηση στο παραπάνω ερώτημα, κατέληγα νομοτελειακά πάντα στις εξής δύο: είτε καταργείς την απόσταση είτε… την κάνεις μ’ελαφρά όποτε βλέπεις να ανακύπτει χιλιομετρικό ζήτημα και έχεις παρέες που διακρίνονται από έναν αφόρητα περιοριστικό τοπικισμό (απ’αυτό το τελευταίο, sorry αλλά δε θα πάρω)!

Από την άλλη, εξίσου πολλές ήταν οι φορές που, κουρασμένος από μια άκαμπτα επαναλαμβανόμενη πραγματικότητα, αναρωτιόμουν (κι αναρωτιέμαι, φυσικά…) τι αξία έχει τελικά να μπορείς να βρεις διαθέσιμους κάποιους δικούς σου ανθρώπους ανά πάσα στιγμή, όταν, οποτεδήποτε κι αν συμβεί αυτό, θ’ αναλωθείτε σε μοτίβα χιλιοπαιγμένα, πνιγμένα σε καπνούς, πάγο και αλκοόλ…

Ο συνοδοιπόρος μου στην παραλιακή περαντζάδα, ξεμαθημένος από πολλά ίδια της ελληνικής νοοτροπίας, απόρησε μεγαλοφώνως πώς, αν κάποτε το ταξίδι του περιλαμβάνει πάλι στάση στην Ελλάδα, θα μπορέσει να αποδεχτεί συνήθειες όπως η συνάντηση για καφέ. Τον καταλαβαίνω απόλυτα γιατί πια κι εμένα η πρόταση αυτή μου ακούγεται τόσο δελεαστική καταρχήν όσο το να πας για bird watching (κόψε φλέβες δηλαδή…). Οφείλω να προσθέσω όμως, για να εκθέσω την πλήρη αντίληψή μου για το ζήτημα της… παρέας και πώς αυτή μπορεί να επιτευχθεί τη σήμερον (πολύβουη, βιαστική, κουραστική μα ακόμα ανθρώπινη) ημέρα ότι:

– η απόσταση δεν έχει καμιά δύναμη αν καταφέρνεις, κάθε φορά που τη γεφυρώνεις και για όσο αυτό διαρκεί, να γεμίζεις τις στιγμές με ουσιαστικές κουβέντες, ειλικρινές ενδιαφέρον για όσα έχει να σου πει ο απέναντί σου κι ένα αυτί πρόθυμο να ακούσει τον άλλο και τους προβληματισμούς του…

– η καθημερινή, αυτονόητη και à la carte επαφή δεν έχει καμιά αξία αν την αφήνεις να ξοδεύεται σε ανούσιες καφεποσίες, προσποιητές διασκεδάσεις και διαλόγους… κοινωνικού ενδιαφέροντος…

– όταν κάνεις πάρτυ, κάνεις πάρτυ! Κι όταν συνδιαλέγεσαι, συνδιαλέγεσαι! Αυτά τα δυο ταυτόχρονα δεν γίνονται, πάρ’το χαμπάρι..!

– κι ένας απλός και γρήγορος καφές μπορεί ν’αποδειχτεί βάλσαμο αν, όση ώρα διαρκεί, βλέπεις απέναντί σου αυτόν με τον οποίο συναντιέσαι κι όχι τη λίστα με τα ψώνια απ’το super market που πρέπει να τρέξεις να κάνεις αμέσως μετά…

Εν αναμονή κι άλλων αφίξεων (αυτής της άνοιξης συμπεριλαμβανομένης…),

Agent Provocateur


* Χρησιδάνειο από τον Νίκο Θέμελη και το εξαιρετικό βιβλίο του.

** Κατά την ταπεινή μου γνώμη, ανθρώπινη επικοινωνία σε περιβάλλον ηχορύπανσης δε νοείται…

Γιαπωνέζος τουρίστας Thursday, May 15 2008 

Για πρώτη φορά έπεσα στην αναρώτηση ετούτη πριν ακριβώς δύο βδομάδες: βρισκόμουν αντικρυστά σε μια συγκλονιστική παραλία που απέχει ούτε μισή ώρα απ’ το σπίτι μου, που για να τη φτάσεις (πέραν της εθνικής) υπάρχουν 1002 κατσικόδρομοι που μπορούν να σου γλιτώσουν κάμποσα γαλόνια βενζίνης κι ιδρώτα (και που τους ξέρω αρκετά καλά…), που τέλος πάντων είναι μια παραλία απ’τις πολλές και πανέμορφες στο μέρος που γεννήθηκα. Παρ’ όλα αυτά εκείνη ακριβώς την παραλία την απαθανάτισα σε πάνω από 100 διαφορετικές φωτογραφίες μέσα σε μια μέρα μη αναλογιζόμενος ότι κάνω αυτό ακριβώς που συνήθως κοροϊδεύω, να συμπεριφέρομαι δηλάδη σαν αποχαυνωμένος τουρίστας που μετά από μια εξουθενωτική πτήση, ένα ακριβοπληρωμένο εισιτήριο κι ένα βαρυφορτωμένο πρόγραμμα που του ανακοινώθηκε από τον ταξιδιωτικό του πράκτορα, είναι ικανός να βρει εξαιρετικό μέχρι και το μποτιλιάρισμα στο ύψος του Allou Fun Park!

Δεύτερο κρούσμα της ίδιας τουριστικής κουλαμάρας εκδηλώθηκε πριν ακριβώς μία εβδομάδα (κάτι τρέχει με τις Πέμπτες τελευταίως, μάλλον είναι η νέα μέρα του παιδιού…). Αυτή τη φορά το σύνδρομο τουριστικής αγαλλίασης με βρήκε στο δρόμο για τα Γιάννενα, καταμεσής του πουθενά. Έχοντας μεγαλώσει σε βουνό δε με είχε προβληματίσει ποτέ από ποιο ύψος και μετά ένας λόφος θεωρείται βουνό ή το πόσο διαφορετική οπτική έχεις για ένα βουνό όταν το βλέπεις από τους πρόποδες σε σχέση με την εικόνα του όταν είσαι πάνω σε ένα… αντικρυστό βουνό! Κι όμως εκείνη την ώρα, και για πολλές ακόμα στη συνέχεια, το ζήτημα αυτό αναλύθηκε διεξοδικά από εμένα και το συνταξιδιώτη μου με καταιγιστική ανταλλαγή επιχειρημάτων. Αν μας έβλεπε ανθρώπου μάτι εκείνη την ώρα θα πίστευε ότι είχε να κάνει με Αθηναίους καταγόμενους απ’ το Κολωνάκι (ξέρεις, αυτή την περίφημη αυτοφυή κάστα που ο Δημιουργός έριξε απευθείας περιμετρικά της Διονυσίου Αρεοπαγίτου…). Φευ, όμως, όπως προείπα το σύδρομο Γιαπωνέζου τουρίστα το εκδήλωσαν ένας βουνίσιος της Κεντρικής κι ένας ορεσείβιος της Δυτικής Μακεδονίας!

Μ’ ετούτα και με κείνα έφτασα σήμερα ν’ ανοίξω μετά από πολύ καιρό το μπλογκ μου για να εκδηλωθεί το ίδιο κρούσμα άκρατου ενθουσιασμού: μέχρι χτες που ρωτήθηκα γι’ ακόμα μία φορά, έλεγα ότι είχα ανάγκη από ‘ηλεκτρονική’ αποτοξίνωση και βαριόμουν να γράφω στο μπλογκ… Ξαφνικά σήμερα μου ήρθε η όρεξη (όχι για φαΐ, αυτή το παλεύω να την κουλαντρίσω και πάλι…) αλλά για ηλεκτρονική συγγραφή. Είδα και τα καινούργια εργαλεία που έβαλε το wordpress και ‘φτιάχτηκα’!

Τι μεσολάβησε από χτες μέχρι σήμερα, μη με ρωτήσεις γιατί το αγνοώ… Ούτε και τα βουνά και τα λαγκάδια που περνούσα όποτε πήγαινα στα μέρη της μάνας μου μπορώ να σου εξηγήσω τι κλικ μου κάνανε ξαφνικά… Ούτε κι έχει σημασία να στ’ απαντήσω όλα αυτά νομίζω.

Αυτό που μετράει είναι ότι επιβεβαίωσα για μια φορά ακόμα ότι λειτουργεί κι είναι καλοκουρδισμένος μέσα μου ο μηχανισμός του ενθουσιασμού και το μεράκι για το απλό που μπορεί να γίνει πανέμορφο! Κι αυτό μωρό μου δεν το αναλύεις… Απλά το χαίρεσαι! Και χαμογελάς πλατιά σα Γιαπωνέζος τουρίστας!

Καλώς σας βρήκα,

Agent Provocateur

Στο ντιβάνι Thursday, Mar 20 2008 

My shrink!Αν ποτέ πάω σε ψυχολόγο (που θα πάω, δεν το γλιτώνω τέτοια ψωνάρα που είμαι…) θα ήθελα να μοιάζει στην Brooke Shields. Βασικά θα ήθελα να είναι η ίδια η Shields καθότι βρίσκω αχτύπητα επιστημονικό το όνομα και θεωρώ ότι της πάει φουλ το ταγιέρ και ο κοκκάλινος σκελετός, μαζί με γόβα στιλέτο.

Η αλήθεια είναι ότι αυτή την πρόσκληση για ψυχανάλυση δεν την παρέλαβα από καμιά θεά με θανατηφόρα high heels αλλά από τον nikosm, που παρασάγκας απέχει (εκ φύσεως) από τα θέλγητρα που ανέφερα παραπάνω. Συνεπώς θα αρκεστώ στο λυτρωτικό εφφέκτ του ποστ και θα έχω το νου μου, όταν έρθει η ώρα για την επόμενη συνεδρία, να είμαι λίγο πιο choosy μια και θα τα σκάσω κιόλας στο τέλος (ο nikosm απηύθυνε την πρόσκληση φρι οφ τσαρτζ ή αυτό τουλάχιστον αντιλαμβάνομαι!)

Ήδη έχω καταθέσει ως εδώ δυο ελλατώματά μου: το ένα ρητά (ψωνάρα) και το άλλο de facto (λογοδιάρροια που άνετα μπορεί να προκύψει ως συμπέρασμα από τη μακροσκελή εισαγωγή…).

Φαντάσου λέει να ήμουνα ομοίωμα σε μια οποιαδήποτε Madame Tussaud (διαλέγω Νέα Υόρκη που την αποθύμησα κιόλας!). Γι’ αρχή θα έπρεπε να με κάνεις ροδομάγουλο. Πολύ ντροπαλός (τουλάχιστον μικρότερος…) αλλά και τώρα, άμα έρθει η ώρα μου να ξεστομήσω κάτι που απαιτεί γκατς ένα σύγκρυο το παθαίνω… Μάλλον γι’αυτό δεν έγινα και ΤιΒι περσόνα εν τέλει (πόσα κιλά make-up να μου βάλεις για να κρυφτεί το shyness και να μη μοιάζω και σαν τον Κάσπερ το Φαντασματάκι ταυτόχρονα;)

Συνεχίζοντας μάλλον θα έπρεπε να με εξοπλίσεις με έναν θερμιδομετρητή: τόσο obsessed με τα κιλά που κάθε φορά που τρώω μια πίτσα (ακόμα κι αν πριν με είχες με νερό και παξιμάδι για μερόνυχτα ολόκληρα) νομίζω ότι με περιτριγυρίζουν για να με κατασπαράξουν πολλά μικρά λιπίδια! Ειδικά φέτος που λούφαρα από διατροφή και γυμναστικές την πλήρωσαν ακούγοντας την γκρίνια μου κάμποσοι κατακαημένοι…

Επίσης, στο άλλο χέρι θα μου πήγαινε γάντι ένα γαργαλιστικό δερμάτινο μαστίγιο με μηχανισμό να με βαράει κάθε τόσο κι εγώ να χαμογελάω από κάβλα. Διότι είμαι μαζόχα, δεν χωρά αμφιβολία επ’αυτού. Κάθε φορά που φτάνω στα όριά μου, από οποιαδήποτε άποψη, δυσανασχετώ τόσο που είμαι χειρότερος κι από βυζανιάρικο που του παίρνεις την πιπίλα. Κι όμως με μαθηματική βεβαιότητα επιστρέφω στην ίδια κατάσταση με περιοδικότητα σχεδόν ευλαβική!

Και τέλος θα χρειαζόμουν τις εξής δυο πινελιές ακόμα: ένα σκουφάκι του ύπνου (για να υποδηλώνει πόσο εύκολα μπορώ να την πέσω ακόμα κι αν εκείνη την ώρα ανοίγουν οι ουρανοί τριγύρω!) κι ένα συννεφάκι πάνω απ’ το κεφάλι μου με καρδούλες, μαργαριτούλες, κοσμικούρες και άλλες σαλαμούρες που με συνεπαίρνουν και με ανεβάζουν πρώτο τραπέζι πίστα φαντασίωση!

Τώρα θα μου πεις, τέτοιο ομοίωμα θα πουλούσε; Μα ό,τι κι αν μπήκε ομοίωμα στην Madame Tussaud έχει αποδεδειγμένο market value, οπότε μάλλον ήδη πουλάει!

Σας ευχαριστώ γιατρέ μου,

Agent Provocateur

ΥΓ: Για να προλάβω τυχόν ανατομικές υποδείξεις, το ομοίωμα δε χρειάζεται να έχει πεταχτό αυτί καθώς θα περάσω στην αιωνιότητα μετά την πλαστική..! Επίσης, καλό είναι να είναι γερά στερεωμένο στη βάση του, καθότι βαριέμαι εύκολα ο κερατάς και είμαι τρελός δραπέτης άμα το πάθω αυτό!

Next Page »