Της Ρέας Βιτάλη

Αναδημοσιεύω εδώ ένα από τα πιο συγκινητικά κείμενα που διάβασα ποτέ μου για τη ζωή, το θάνατο και της συνέχεια της πρώτης μέσα απ’τον δεύτερο… Νομίζω ήταν ο πιο πρωτότυπος τρόπος να ευχηθεί κανείς σήμερα στον εορτάζοντα Κώστα… 🙂

Ο πατέρας μου πέθανε Ιούλιο. Ο δικός μου Κώστας. Αρκετά χρόνια μετά, ο γιατρός μου ανήγγειλε, ότι θα γεννούσα Ιούλιο. Το ήξερα! Θα γεννούσα Ιούλιο και θα ’ταν αγόρι. Ούτε που καταδεχόμουν τα υπερηχογραφήματα και τις γνωματεύσεις. Θα γεννούσα αγόρι. Έτσι έπρεπε να γίνει. Παιδιάστικα αναζητούσα το υποκατάστατό του.

Γέννησα Ιούλιο και ήταν κορίτσι. Το ανθρωπάκι αυτό, των 50 πόντων, μου «ξεπέταξε» μέσα σε δευτερόλεπτα το ωραιότερο μάθημα ζωής. Είμαστε όλοι μοναδικοί! Θυμάμαι στο πρώτο της κλάμα, την έσφιξα στην αγκαλιά μου και της ψιθύρισα «συγνώμη». Ήταν αυτή και μόνο αυτή! «Το να έδινες το όνομα του πατέρα σου στο παιδί σου, θα ήταν σαν να επενέβαινες σε ένα πίνακα ζωγραφικής και να αραίωνες τα χρώματά του» μου είπε κάποτε στα εφηβικά της χρόνια η Λιλού μου… Είχε δίκιο!

Μερικά χρόνια μετά τον ερχομό της, κούρνιασε στη κοιλιά μου ο γιος μας. Οι σκέψεις μου ήταν πια διαφορετικές. Ήξερα ότι δεν ωφελεί να επεμβαίνεις σε πληγές με τσιρότα. Μερικές πληγές είναι ίσως και τιμητικές… Ο θάνατος βοηθάει τον άνθρωπο να αναπτύξει ταλέντο ζωής. Ούτε που μου πέρασε λοιπόν από το μυαλό να αραιώσω το χρώμα του θανάτου, στη ψυχή μου. Ο γιος μας θα ακολουθούσε τις παραδόσεις. Θα βαφτίζονταν με το όνομα του παππού του, από τη πλευρά του πατέρα του. Θα ακολουθούσε μια όμορφη διαδρομή ονόματος που πέρασε από τα στενάκια του Πέραν στη Κωνσταντινούπολη, ήρθε στην Αθήνα, πέρασε και τι δε πέρασε, γεύτηκε και τι δε γεύτηκε… Ο Αριστείδης. Μόνο που σε όλη αυτή τη διαδρομή έφερε και ένα σωρό δώρα από του άλλου παππού το dna. Κι ήταν σαν να μου έκλεινε το μάτι από ψηλά. Τα μάτια «του», τα χέρια «του». Και μάλιστα μου τα πρόσφερνε την ίδια ώρα που εγώ προσπαθούσα να συναρμολογήσω τις εικόνες του στη μνήμη μου. Άτιμος ο χρόνος! Κακότεχνος ζωγράφος έβαζε το χεράκι του και αραίωνε… Πάλευα επίμονα να τον νετάρω και δυσκολευόμουν. Ο πατέρας μου, κομμάτια από παζλ στα χέρια μου. «Λίγο» από τη παρουσία του, «λίγο» από τις κουβέντες του, το βλέμμα του, ένα ταγκό που χορέψαμε και με ξενύχιασε, ένα χαμόγελο λατρεμένο, στιγμές ευλογημένες πάντα στη θάλασσα… Η εξέδρα του Αστέρα! Το γυμναστήριο του Αγίου Κοσμά! Πόσο με πόναγε αυτό το «ολίγον» . Πόσο με θύμωνε.

Και έφευγαν τα χρόνια…Και δεν έχανα στιγμή για στιγμή. Ορθάνοιχτα τα μάτια στην οθόνη. Και με τιμούσε κι ο Θεός. Γιατί μέσα από τα παιδιά δανείζεσαι κι άλλη μια ζωή. Ξαναβλέπεις και μάλιστα σε slow motion αυτά που η ορμή δεν σου έδωσε χρόνο να δεις, ν΄ αξιολογήσεις Και πέρναγαν τα χρόνια. Γιόρταζα τα 40 γενέθλιά μου. Η Λίλα τελείωνε το πρώτο κύκλο σπουδών στην Αγγλία, ο Αρίστος ξεκίναγε τις σπουδές του στην Ελβετία. Το δικό μου Κώστα τον είχα πια μετουσιώσει σε προσωπικό άγγελο. Είχαμε αποκτήσει μια ιδιαίτερη συνομιλία. Μερικές φορές του τα΄χωνα κιόλας… «Μα δε βλέπεις;» του έλεγα. Η επιστήμη βέβαια αρνείται τη ζωή μετά θάνατον. Άστην να την αρνείται! (Και οι γυναίκες λένε ότι δεν υπάρχουν πια άνδρες και οι άνδρες ότι δεν υπάρχουν πια γυναίκες…Και ο ένας είναι απέναντι στον άλλον!). Τέλος πάντων… Που είχαμε μείνει? Α! Οτι πέρναγαν τα χρόνια. Και σύμφωνα με το δικό «μας» οικογενειακό timing είχα πιθανότητες ν΄ ακούσω το «γιαγιά»…

Ο γιατρός μου ανήγγειλε ότι θα γεννούσα Ιανουάριο. Ήταν αγόρι. Κατάξανθος. Μα πώς βγήκε αυτό το παιδί κατάξανθο; Μέχρι που βρήκα μια παλιά φωτογραφία του. Τι διαδρομή θεέ μου έκαναν οι ξανθές του οι μπούκλες! Τα έλαβα τα χαιρετίσματά του… Του δώσαμε το όνομά του. 30 χρόνια μετά… Τώρα πια δεν αναζητούσα ούτε να επουλώσω τη πληγή, ούτε φοβόμουν μην αραιώσω το χρώμα… Απλώς μ΄αρέσει, που ακούγεται ξανά σε τούτο το σπίτι, αυτό το όνομα. Σαν εκείνο το άρωμα λεμόνι που φλιτάρανε παλιά οι ταξιθέτριες στους κινηματογράφους. Και μετά έσβηναν τα φώτα κι έπιανες το χέρι του διπλανού σου σφιχτά κι έβλεπες και τι δεν έβλεπες…

Χρόνια πολλά στους Κώστηδες! Κώστας όχι Κωνσταντίνος… Από την ακτή, όχι από τον άγιο.

* Αναδημοσίευση από το www.protagon.gr.